Πώς παροχετεύονται τα δάκρυα από την οφθαλμική επιφάνεια;
Η οφθαλμική επιφάνεια και το εσωτερικό των βλεφάρων είναι βλεννογόνοι και εξ΄ορισμού θα πρέπει να διατηρούνται συνεχώς υγροί . Η υγρασία αυτή προέρχεται από τα δάκρυα που σχηματίζονται από τον δακρυϊκό αδένα, ένα ειδικό αδένα ο οποίος βρίσκεται κάτω από το έξω ένα τρίτο του άνω βλεφάρου. Κατά τον βλεφαρισμό, τα δάκρυα επαλείφονται στην επιφάνεια του οφθαλμού και  ωθούνται αργά προς την εσωτερική γωνία, δίπλα στη μύτη. Στην εσωτερική γωνία κάθε βλεφάρου υπάρχει μία μικρή αποχετευτική οπή η οποία αποκαλείται δακρυϊκό σημείο. Μπορούμε να διακρίνουμε το δακρυϊκό σημείο εάν παρατηρήσουμε τα βλέφαρα μας από κοντά σε ένα καθρέφτη και τραβήξουμε ελαφρώς το βλέφαρο προς τα έξω. Κάθε δακρυϊκό σημείο οδηγεί σε ένα μικρό οριζόντιο σωληνάριο (το δακρυϊκό σωληνάριο) το οποίο με την σειρά του οδηγεί σε ένα αποχετευτικό σάκο βαθιά κάτω από το δέρμα στην έσω γωνία του ματιού (ο δακρυϊκός ασκός). Τέλος, ο δακρυϊκός ασκός παροχετεύει τα δάκρυα προς τα κάτω (μέσω του ρινοδακρυϊκού πόρου), ο οποίος διέρχεται από το δακρυϊκό οστούν μέσα στην κοιλότητα της μύτης. Αυτός είναι και ο λόγος που τρέχει η μύτη όταν κάποιος κλαίει.

Τι είναι η επιφορά (δακρύρροια);
Επιφορά είναι η υπερχείλιση των δακρύων στο πρόσωπο. Ένα κλινικό σημείο που προκαλεί η ανεπαρκής παροχέτευση των δακρύων από τα μάτια στην μύτη είναι ότι τα δάκρυα τρέχουν στο πρόσωπο παρά στο ρινοδακρυϊκό σύστημα.

Αίτια και θεραπεία της επιφοράς
Τα αίτια της επιφοράς είναι οτιδήποτε προκαλεί υπερέκκριση δακρύων, μειωμένη παροχέτευση των δακρύων ή ανεπάρκεια της αντλίας, και έχει ως αποτέλεσμα την υπερχείλιση των δακρύων στα μάγουλα.

Υπερέκκριση δακρύων
Ξηροφθαλμία ή αντανακλαστική δακρύρροια. Η ξηροφθαλμία προκαλείται σε καταστάσεις που υπάρχει ξηρότητα στο περιβάλλον ή φυσάει, σε ορμονικές μεταβολές που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη, τον θηλασμό ή την εμμηνόπαυση, καθώς και σε φλεγμονή του βλεφαρικού χείλους (βλεφαρίτιδα). Πιθανότατα, το πιο συχνό αίτιο της ξηροφθαλμίας είναι μεταβολές που επέρχονται με την γήρανση. Αυτό πυροδοτείται από δυσλειτουργικούς αδένες στα βλέφαρα (του Μεϊβομιανούς αδένες), οι οποίοι υπό κανονικές συνθήκες εκκρίνουν ένα ελαιώδες υλικό το οποίο αποτελεί συστατικό των δακρύων. Αυτή η ελαιώδης έκκριση, βοηθά στην επιβράδυνση της εξάτμισης των δακρύων μεταξύ των βλεφαρισμών. Σε περιπτώσεις που οι Μεϊβομιανοί αδένες δεν λειτουργούν κανονικά, τα δάκρυα εξατμίζονται γρήγορα και αφήνουν τον ευαίσθητο κερατοειδή εκτεθειμένο. Οι δακρυϊκοί αδένες τότε παράγουν αντανακλαστικά υπερβολικό όγκο δακρύων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα δάκρυα που παράγονται είναι τόσα πολλά που υπερχειλίζουν από το φυσιολογικό δακρυϊκό σύστημα παροχέτευσης στη μύτη και τρέχουν στα μάγουλα. Η θεραπεία για την αντανακλαστική δακρύρροια στοχεύει στη γενεσιουργό αιτία και συνήθως περιλαμβάνει συμπληρωματικά τεχνητά δάκρυα (ναι, ένα μάτι που δακρύζει πολύ συχνά θεραπεύεται, παραδόξως, με τεχνητά δάκρυα) ενώ σχετικά με την βλεφαρίτιδα, συστήνεται καλό πλύσιμο των βλεφάρων/βλεφαρίδων και ζεστές κομπρέσες. Υπάρχει μεγάλη πληθώρα σκευασμάτων τεχνητών δακρύων διαθέσιμα. Μερικοί ασθενείς προτιμούν ένα έναντι κάποιου άλλου για διάφορους λόγους και έτσι είναι μια καλή ιδέα να δοκιμάζονται διαφορετικά σκευάσματα. Σε περίπτωση που είναι αναγκαία η χρήση των τεχνητών δακρύων πάνω από τέσσερις φορές την ημέρα, είναι προτιμότερο να επιλέγονται σκευάσματα χωρίς συντηρητικά. Εάν τα τεχνητά δάκρυα δεν μπορούν να ανακουφίσουν επαρκώς την ξηροφθαλμία, τότε μπορεί να γίνει απόφραξη των δακρυϊκών σημείων με σκοπό να διατηρηθεί όλη η υγρασία στην επιφάνεια των ματιών, μειώνοντας τον ερεθισμό και την αίσθηση ξένου σώματος. Η απόφραξη των δακρυϊκών σημείων μπορεί να γίνει προσωρινά, με την εισαγωγή βυσμάτων σιλικόνης, ή μόνιμα, με χειρουργική επέμβαση. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία πραγματοποιείται με τοπική αναισθησία.

Μειωμένη παροχέτευση δακρύων
Στένωση/απόφραξη κατά μήκος του συστήματος παροχέτευσης των δακρύων

Ενήλικες
Οποιαδήποτε στένωση, ανωμαλία ή απόφραξη κατά μήκος του συστήματος παροχέτευσης των δακρύων μπορεί να οδηγήσει σε υγρό μάτι ή σε ένα μάτι που δακρύζει. Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί είτε σε ειδικές συνθήκες (όπως ψύχος, έντονα ρεύματα αέρα στο περιβάλλον), είτε σε μόνιμη βάση. Άλλα συνήθη συμπτώματα της μειωμένης παροχέτευσης δακρύων περιλαμβάνουν έκκριση βλέννας στην εσωτερική γωνία του ματιού ή/και κατά μήκος των βλεφαρίδων, και διαταραχή της όρασης. Ο Κος Μαυρικάκης μπορεί να πραγματοποιήσει ειδική εξέταση για να διαγνώσει εάν υπάρχει στένωση ή απόφραξη του δακρυϊκού συστήματος και σε ποιο ύψος βρίσκεται το πρόβλημα στην πορεία μεταξύ του ματιού και της μύτης. Η ακριβής θέση της στένωσης ή της απόφραξης θα καθορίσει ποιο είδος θεραπείας είναι κατάλληλο για το πρόβλημα σας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, απαιτείται μία χειρουργική επέμβαση για να ανοίξει την απόφραξη ή να δημιουργήσει καινούργια αναστόμωση.

Η στένωση των δακρυϊκών σημείων ή των δακρυϊκών σωληναρίων μπορεί να λυθεί με μικρές επεμβάσεις που σκοπό έχουν να διευρύνουν την όδο, δηλ. δακρυοπλαστική ή επεμβάσεις με χρήση stents.
Μία πολύ συχνή θέση απόφραξης του δακρυϊκού συστήματος είναι ο ρινοδακρυϊκός πόρος (απόφραξη ρινοδακρυϊκού πόρου). Αυτό προκαλεί τη συσσώρευση των δακρύων στον δακρυϊκό ασκό και μερικές φορές λόγω της στασιμότητας των δακρύων προκαλείται μόλυνση του δακρυϊκού ασκού (η κατάσταση αυτή αναφέρεται ως δακρυοκυστίτιδα). Πρόκειται για μια επώδυνη κατάσταση η οποία απαιτεί συστηματική θεραπεία με αντιβιοτικά. Στην περίπτωση που ο ρινοδακρυϊκός πόρος είναι στενωμένος αλλά παραμένει εν μέρει ανοικτός, ο Κος Μαυρικάκης συστήνει την τοποθέτηση προσωρινών stents μέσω της ρινικής οδού. Εάν αυτή η προσέγγιση δεν προσφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ή εάν ο ρινοδακρυϊκός πόρος είναι πλήρως αποφραγμένος, τότε η χειρουργική επέμβαση ασκορινοστομίας είναι ο χρυσός κανόνας για να διορθωθεί η κατάσταση. Η επέμβαση έχει πολύ υψηλό ποσοστό επιτυχίας (βελτίωση των συμπτωμάτων σε τουλάχιστον 90% των ασθενών στα χέρια έμπειρων οφθαλμοπλαστικών χειρουργών). Η επέμβαση ασκορινοστομίας δημιουργεί μία καινούρια οδό μεταξύ του δακρυϊκού ασκού και της ρινικής κοιλότητας, αφού γίνει αφαίρεση ενός οστέινου πετάλου που παρεμβάλλεται μεταξύ τους. Με την επέμβαση αυτή, παρακάμπτεται οποιαδήποτε απόφραξη ή στένωση του ρινοδακρυϊκού πόρου.
Η επέμβαση της ασκορινοστομίας, παραδοσιακά, διενεργείται μέσω μίας μικρής δερματικής τομής στο πλάι της μύτης (εξωτερική ασκορινοστομία). Στην εποχή μας, μπορεί να διενεργηθεί και με προσπέλαση από τη μύτη (ενδορινική ασκορινοστομία). Με την ενδορινική ασκορινοστομία αποφεύγεται η δερματική τομή και τα αποτελέσματα είναι σχεδόν ίδια με την εξωτερική ασκορινοστομία. Η ενδορινική ασκορινοστομία δεν ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η απόφραξη δεν είναι σε συνήθη θέση ή όπου υπάρχουν προβλήματα στην κοιλότητα της μύτης. Ο Κος Μαυρικάκης πραγματοποιεί τόσο την εξωτερική, όσο και την ενδορινική ασκορινοστομία και είναι σε θέση να προτείνει την καταλληλότερη προσέγγιση για το δικό σας πρόβλημα.
Φάρμακα που περιέχουν Ασπιρίνη ή φάρμακα με παρόμοια δράση, θα πρέπει να διακοπούν για διάστημα 2 εβδομάδων πριν τη χειρουργική επέμβαση, εφόσον ο γιατρός σας επιβεβαιώνει ότι είναι ασφαλές να τα διακόψετε. Επίσης, θα ήταν καλό να αποφεύγεται η λήψη αντιφλεγμονωδών φαρμάκων για 2 εβδομάδες πριν τη χειρουργική επέμβαση. Σε περίπτωση που κάποιος ασθενής λαμβάνει αυτά τα φάρμακα ή άλλα αντιπηκτικά φάρμακα (όπως Warfarin ή Clopidogrel), θα πρέπει να ενημερωθεί ο γιατρός σας, ούτως ώστε να καθορίσει την ασφάλεια της διακοπής τους προεγχειρητικά, με σκοπό να μειωθεί ο κίνδυνος αιματώματος, όπως επίσης και ο κίνδυνος μετεγχειρητικής ρινικής αιμορραγίας, ο οποίος αν και σπάνιος μπορεί να καταστεί αρκετά σοβαρός. Η λήψη σκευάσματος παρακεταμόλης δεν επηρεάζει την τάση αιμορραγίας και μπορεί να ληφθεί πριν και μετά την επέμβαση.
Ένα λεπτό, μαλακό σωληνάκι σιλικόνης μπορεί να τοποθετηθεί στο καινούργιο δακρυϊκό σύστημα και να παραμείνει εκεί για μερικές εβδομάδες, ούτως ώστε να κρατήσει τον πόρο ανοικτό κατά τη διάρκεια της επούλωσης. Η χειρουργική επέμβαση ασκορινοστομίας διαρκεί περίπου μία ώρα,  ο ασθενής δεν χρειάζεται να νοσηλευθεί, και μπορεί να διενεργηθεί με γενική ή με τοπική αναισθησία και μέθη. Μετά το χειρουργείο, για να μειωθεί η πιθανότητα ρινορραγίας, συστήνεται οι ασθενείς να αποφεύγουν την κατανάλωση ζεστών ποτών κατά τις πρώτες 24 ώρες, καθώς και να αποφεύγουν να φυσάνε την μύτη τους και την έντονη σωματική άσκηση τις πρώτες 2 εβδομάδες. Σε περίπτωση που οι ασθενείς δεν μπορούν να αποφύγουν το φτέρνισμα, τότε δεν θα πρέπει να αναπτύσσεται έντονη πίεση στη ρινική κοιλότητα. Επίσης, συστήνεται οι ασθενείς να κοιμούνται τοποθετώντας ένα ή δύο επιπλέον μαξιλάρια κάτω από το κεφάλι τους για τις πρώτες νύχτες, και για τις πρώτες 24 ώρες να αποφεύγουν την οδήγηση  (όπως επίσης και τη χρήση μηχανημάτων), τη λήψη αλκοόλ και τη λήψη ηρεμιστικών φαρμάκων. Εάν ο οφθαλμικός επίδεσμος δεν έχει αφαιρεθεί στην κλινική, τότε θα πρέπει να αφαιρεθεί την επόμενη ημέρα στο σπίτι. Το πλύσιμο είναι επιτρεπτό, με προσοχή να μην υπάρχει τριβή στο μάτι που έγινε η επέμβαση. Η τομή θα πρέπει να παραμείνει ανοικτή.
Η πρώτη επανεξέταση πραγματοποιείται 1-2 εβδομάδες μετά το χειρουργείο, κατά την οποία αφαιρούνται τα ράμματα από το δέρμα (εξωτερική ασκορινοστομία) και εξετάζεται το μάτι. Κατά τη δεύτερη μετεγχειρητική επίσκεψη στην κλινική 6-8 εβδομάδες μετά την επέμβαση, αφαιρείται το σωληνάκι σιλικόνης και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν απαιτείται επιπλέον εξέταση.
Κάποιοι ασθενείς συνεχίζουν να έχουν συμπτώματα επιφοράς για μερικές εβδομάδες μετά το χειρουργείο έως ότου υποχωρήσει το οίδημα και η φλεγμονή, και αφαιρεθεί το σωληνάκι σιλικόνης από τη μύτη. Παρόλο που η δερματική τομή επουλώνεται σε μερικές εβδομάδες, το εσωτερικό οίδημα και η επούλωση μπορεί να κρατήσει μερικούς μήνες και έτσι περιστασιακά να παρατηρείται ήπια επιφορά για αρκετούς μήνες μετά την επέμβαση.
Οι κυριότερες επιπλοκές που σχετίζονται με το χειρουργείο της ασκορινοστομίας περιλαμβάνουν: ρινορραγία, οίδημα, δημιουργία ουλής, μόλυνση και περαιτέρω χειρουργείο.
Η ρινορραγία μπορεί να παρατηρηθεί σε ποσοστό 2% των ασθενών κατά τις πρώτες 10 ημέρες μετά την επέμβαση. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η αιμορραγία θα σταματήσει αυτόματα.
Ο βαθμός του οιδήματος στην περιοχή της έσω γωνίας των βλεφάρων μπορεί να ποικίλει σημαντικά. Κάποιοι ασθενείς αναφέρουν πολύ λίγο έως καθόλου οίδημα, ενώ κάποιοι άλλοι παρουσιάζουν οίδημα και αιμάτωμα τα οποία χρειάζονται περίπου μία εβδομάδα για να απορροφηθούν (το αιμάτωμα είναι ασυνήθιστο).
Η χειρουργική τομή στο πλάι της μύτης (εξωτερική ασκορινοστομία) τυπικά επουλώνεται πολύ καλά και με τον καιρό γίνεται ασήμαντη στους περισσότερους ασθενείς. Εντούτοις, σε ποσοστό περίπου 1-2% των ασθενών, η χειρουργική τομή παραμένει οπτικά αισθητή και ίσως χρειαστεί τοπικό μασάζ για να μαλακώσει.
Η μόλυνση είναι μια σπάνια επιπλοκή του χειρουργείου και θεραπεύεται με αντιβιοτικά.
Σπανίως, η κανονική επουλωτική διαδικασία των ιστών στη ρινική κοιλότητα μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία μίας λεπτής μεμβράνης στο εσωτερικό στόμιο, με αποτέλεσμα την επανεμφάνιση των αρχικών συμπτωμάτων της επιφοράς. Πάνω από τους μισούς από τους ασθενείς που θα εμφανίσουν αυτού του είδους την αντιδραστική μεμβράνη, απαντούν καλά στην αφαίρεση της μεμβράνης και επανατοποθέτηση του σωληναρίου σιλικόνης στη ρινική κοιλότητα με τη βοήθεια ελαφριάς γενικής αναισθησίας. Σε κάποια περιστατικά (και ειδικά σε περίπτωση που έχει προηγηθεί τραυματισμός της περιοχής), η επέμβαση που περιγράφεται πιο πάνω δεν μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για την παροχέτευση των δακρύων στη ρινική κοιλότητα. Σε αυτή την περίπτωση, ο μόνος τρόπος για να παροχετευτούν τα δάκρυα είναι με την εισαγωγή ενός μικρού, λείου, γυάλινου σωλήνα από Pyrex (που συχνά αναφέρεται ως σωλήνας Lester Jones) δια μέσου της έσω γωνίας των βλεφάρων προς τη ρινική κοιλότητα (χωρίς καμία επιπλέον δερματική τομή) με τη βοήθεια ελαφριάς γενικής αναισθησίας. Ο σωλήνας αυτός παραμένει μόνιμα σε αυτή τη θέση, παρόλο που μπορεί να κινείται ελαφρώς με τον βλεφαρισμό. Ο σωλήνας Lester Jones είναι πολύ αποτελεσματικός, αν και απαιτείται ετήσιος έλεγχος, ενώ και σε κάποιους ασθενείς είναι αναγκαία η περιοδική επανατοποθέτησή του.
Μία πιο σπάνια θέση που μπορεί να παρατηρηθεί πλήρης απόφραξη του δακρυϊκού συστήματος είναι στο επίπεδο του δακρυϊκού σωληναρίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η λύση στο πρόβλημα είναι η τοποθέτηση σωλήνα Lester Jones (βλέπε πιο πάνω).
Οι περισσότεροι ασθενείς διαπιστώνουν λύση στο πρόβλημα της δακρύρροιας και των εκκρίσεων εφόσον έχει επιλεχθεί η κατάλληλη επέμβαση σχετικά με την απόφραξη του δακρυϊκού συστήματος.

Παιδιά
Περίπου 7% των νεογνών γεννώνται με συγγενή απόφραξη του δακρυϊκού συστήματος στο ένα ή και στα δύο μάτια. Το ποσοστό αυτό είναι ακόμα υψηλότερο στα πρόωρα νεογνά. Η αρχική θεραπεία περιλαμβάνει μασάζ στην περιοχή του προσβεβλημένου δακρυϊκού ασκού με σκοπό να προωθήσει τα δάκρυα προς τον ρινοδακρυϊκό πόρο και να διανοίξει τη μεμβράνη που προκαλεί την απόφραξη. Ο Κος Μαυρικάκης μπορεί επίσης να συνταγογραφήσει συστηματικά αντιβιοτικά, σταγόνες ή αλοιφή.
Στην περίπτωση που η εφαρμογή μασάζ δεν βελτιώσει την δακρύρροια, ενδεχομένως να είναι αναγκαία επιπλέον θεραπεία. Ο Κος Μαυρικάκης είναι σε θέση να διανοίξει την απόφραξη, εισάγοντας μία λεπτή μεταλλική μήλη, δια μέσου του δακρυϊκού σημείου και δια του ρινοδακρυϊκού πόρου στην ρινική κοιλότητα. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται χωρίς να χρειαστεί νοσηλεία με τη βοήθεια γενικής αναισθησίας.
Για σοβαρές ή υποτροπιάζουσες περιπτώσεις, επιπλέον θεραπευτικές λύσεις περιλαμβάνουν τη διαστολή του ρινοδακρυϊκού πόρου με τη βοήθεια μπαλονιού, καθετηριάζοντας προσωρινά τον ρινοδακρυϊκό πόρο με σωληνάκι σιλικόνης, ή δημιουργώντας χειρουργικά μία καινούρια οδό για να παροχετεύονται τα δάκρυα στη ρινική κοιλότητα (επέμβαση ασκορινοστομίας).
Οι περισσότεροι ασθενείς διαπιστώνουν λύση στο πρόβλημα της δακρύρροιας και των εκκρίσεων μετά την θεραπεία, με λίγες έως καθόλου μετεγχειρητικές ενοχλήσεις.

Ανεπάρκεια αντλίας δακρύων
Σε περιπτώσεις που είναι διαταραγμένη η ανατομική θέση των βλεφάρων (εντρόπιο, εκτρόπιο κλπ), ή έχουν ατονίσει ή χάσει τη δύναμη τους λόγω γήρανσης (χαλάρωση βλεφάρων), παράλυσης (παράλυση προσωπικού νεύρου), ή τραυματισμού, τα βλέφαρα χάνουν την ικανότητα του σωστού βλεφαρισμού. Εάν απολεσθεί αυτή η ικανότητα, τότε τα δάκρυα δεν μπορούν να βρουν το δρόμο τους προς την έσω γωνία των βλεφάρων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο Κος Μαυρικάκης θα σας προτείνει την κατάλληλη χειρουργική επέμβαση η οποία και θα διορθώσει τη γενεσιουργό αιτία και θα βελτιώσει τη μηχανική της παροχέτευσης των δακρύων.