Ποια είναι τα συμπτώματα;
Οι όγκοι των βλεφάρων εμφανίζονται ως εξογκώματα ή επάρματα του δέρματος ή ως οζίδια. Ο κύριος στόχος στην αξιολόγηση των αλλοιώσεων αυτών είναι η διαφοροποιήση των κακοήθων από τις καλοήθεις βλάβες. Σε γενικές γραμμές, η πλειοψηφία των κακοήθων όγκων που επηρεάζουν τα βλέφαρα και τις γύρω περιοχές αναπτύσσονται αργά, αλλοιώνοντας ή και καταστρέφοντας την ανατομία του βλεφάρου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι βλεφαρίδες είναι παραμορφωμένες ή λείπουν. Η καρκινική περιοχή μπορεί να παρουσιάζει εξέλκωση, να ματώνει ή να έχει κρούστα και το δέρμα να έχει παραμορφωθεί. Δεν συνοδεύεται από πόνο. Υπάρχει μια σειρά από λεπτά χαρακτηριστικά που μπορούν να βοηθήσουν στην διαφοροποιήση των κακοήθων από τους καλοήθεις όγκους των βλεφάρων. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει σωστή διάγνωση μιας  βλάβης  βλεφάρου χωρίς βιοψία.

Ποια είναι τα αίτια;
Ο καρκίνος του δέρματος προκαλείται συνήθως από υπερβολική έκθεση στο ηλιακό φως. Το πρόσωπο, τα βλέφαρα και τα χέρια είναι οι πιο συνηθισμένες περιοχές που προσβάλλονται, ενώ οι άνθρωποι με ανοιχτόχρωμο δέρμα είναι πολύ πιο πιθανό να αναπτύξουν καρκίνο του δέρματος από εκείνους με πιο σκούρο δέρμα. Σπάνια, ο καρκίνος του δέρματος μπορεί να είναι κληρονομική πάθηση.

Τι τύπος όγκου μπορεί να εμφανιστεί στα βλέφαρα;
Ο πιο συχνός κακοήθης όγκος στην περιοχή γύρω απο τα μάτια είναι το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα. Λιγότερο συχνοί όγκοι περιλαμβάνουν το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα, το καρκίνωμα των σμηγματογόνων αδένων, το μελάνωμα, το λέμφωμα, τον καρκίνο των κυττάρων  Merkel, και το σάρκωμα Kaposi (οι τελευταίοι τρεις είναι πολύ σπάνιοι).
Το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα είναι ο δεύτερος συχνότερος κακοήθης όγκος στην περιοχή γύρω απο τα μάτια. Μπορεί να φαίνεται ως ένας ανώδυνος όζος, ή μια πληγή που δεν επουλώνεται.
Το βασικοκυτταρικό και το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα εξαπλώνονται σε τοπικό επίπεδο, έχουν αργή ανάπτυξη αλλά μπορεί να εισβάλουν σε γειτονικούς ιστούς. Δεν δίνουν μεταστάσεις σε άλλα μέρη του σώματος.
Το καρκίνωμα των σμηγματογόνων αδένων είναι μια πιο σοβαρή αλλά σπάνια μορφή καρκίνου του δέρματος. Μπορεί να εμφανιστεί ως επαναλαμβανόμενο χαλάζιο, επίμονη φλεγμονή του βλεφάρου, χρόνιος ερυθρός οφθαλμός ή πάχυνση του βλεφάρου.
Το μελάνωμα είναι επίσης λιγότερο συχνό, αλλά πολύ σοβαρή μορφή καρκίνου του δέρματος. Ένας σπίλος που αιμορραγεί, είναι ερεθισμένος, αλλάζει μέγεθος, σχήμα ή χρώμα πρέπει να εξεταστεί επειγόντως από ειδικό ιατρό.
Το καρκίνωμα των σμηγματογόνων αδένων και το μελάνωμα μπορεί να δώσει μεταστάσεις σε άλλα μέρη του σώματος.
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να μειώσει σημαντικά τη νοσηρότητα που σχετίζεται με τους κακοήθεις όγκους του βλεφάρου.

Οι όγκοι των βλεφάρων είναι επικίνδυνοι για τον οφθαλμό και την όραση;
Ναι – είτε λόγω της διάβρωσης του βλεφάρου ή του κερατοειδούς, είτε λόγω της εξάπλωσής του στον οφθαλμικό κογχο. Επιπλέον, αν αφεθεί χωρίς θεραπεία για μεγάλο χρονικό διάστημα, η πλήρης εκτομή μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερο έλλειμα, το οποίο απαιτεί μια πιο εκτεταμένη χειρουργική αποκατάσταση.

Ποια είναι η θεραπεία των όγκων του βλεφάρου;
Οι όγκοι των βλεφάρων αντιμετωπίζονται συνήθως με πλήρη εκτομή ενώ μετά ακολουθεί χειρουργική αποκατάσταση. Για να αποφευχθεί πιθανή υποτροπή, ο όγκος θα πρέπει να αφαιρεθεί πλήρως, διατηρώντας όσο το δυνατόν περισσότερο υγιή ιστό. Η προσέγγιση αυτή είναι γνωστή ως όριο-ελεγχόμενη εκτομή. Γίνεται συνήθως υπό τοπική αναισθησία.
Οι τεχνικές επανορθωτικής χειρουργικής περιλαμβάνουν την φυσική επούλωση του ελλείματος, την άμμεση σύγκλιση του ελλείματος, ή χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό τοπικών κρημνών, μοσχευμάτων δέρματος ή/και άλλα μοσχεύματα όπως χόνδρος ωτός ή σκληρή υπερώα.
Η ακτινοθεραπεία και η κρυοθεραπεία (με υγρό άζωτο) χρησιμοποιούνται  στη θεραπεία ορισμένων τύπων καρκίνου σε ασθενείς που δεν μπορούν να ανεχθούν τη χειρουργική επέμβαση, ή σε συνδιασμό με χειρουργική επέμβαση σε πιο επιθετικές μορφές καρκίνου.
Σε ασθενείς με ορισμένους τύπους καρκίνου (ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα, καρκίνωμα σμηγματογόνων αδένων, και μελάνωμα) απαιτείται μια ογκολογική εκτίμηση για να αποκλειστούν πιθανές μεταστάσεις, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και βιοψία τραχηλικών λεμφαδένων.

Πόσο διαρκεί η μετεγχειρητική παρακολούθηση;
Λόγω του κινδύνου υποτροπής των όγκων του βλεφάρου, οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται τακτικά (σε αυξανόμενα διαστήματα) έως και για πέντε χρόνια μετά τη θεραπεία.