Ο οφθαλμικός κόγχος είναι μία περίπλοκή δομή ανατομικά, η οποία περιέχει τον βολβό, τους εξoφθάλμιους μυς, λίπος και αγγεία, νεύρα, αδένες και συνδετικό ιστό.

Οι όγκοι του οφθαλμικού κόγχου μπορεί να είναι καλοήθεις ή κακοήθεις και να εμφανίζονται πρωτογενώς στον οφθαλμικό κόγχο ή δευτερογενώς από παρακείμενες δομές, όπως τα βλέφαρα, τους παραρρίνιους κόλπους, ή τον ενδοκράνιο χώρο. Οι όγκοι του οφθαλμικού κόγχου μπορεί επίσης να είναι μεταστατικοί από απομακρυσμένες περιοχές.

Μερικοί τύποι όγκων του οφθαλμικού κόγχου συνήθως προκαλούν πρόπτωση και παρεκτόπιση του βολβού με κατεύθυνση αντίθετη της θέσης του όγκου. Επίσης, μπορεί να υπάρχει πόνος, διπλωπία, και απώλεια όρασης. Η διάγνωση των όγκων του οφθαλμικού κόγχου βασίζεται στο ιστορικό, την κλινική εξέταση και τις νευροαπεικονιστικές μεθόδους (CT, MRI, ή και τα δύο), αλλά για την επιβεβαίωση της διάγνωσης συχνά απαιτείται βιοψία. Τα αίτια και η θεραπεία ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία.

Παιδιά
Στους καλοήθεις παιδιατρικούς όγκους του οφθαλμικού κόγχου συγκαταλέγονται πιο συχνά οι δερμοειδείς όγκοι και αγγειακές βλάβες, όπως το τριχοειδικό αιμαγγείωμα και το λεμφαγγείωμα. Η θεραπεία των δερμοειδών όγκων είναι η εκτομή τους. Τα τριχοειδικά αιμαγγειώματα τείνουν να υπoστρέφονται αυτόματα και για αυτό τον λόγο συνήθως δεν απαιτούν και θεραπεία. Εντούτοις, σε περιπτώσεις που παρουσιάζονται στο άνω βλέφαρο, μπορούν να επηρεάσουν την όραση και χρειάζονται θεραπεία με τη συστηματική χορήγηση βήτα-αναστολέων. Μικρά λεμφαγγειώματα τα οποία δεν προκαλούν συμπτώματα μπορούν να παρακολουθούνται κλινικά. Για μεγαλύτερου μεγέθους λεμφαγγειώματα, ή στις περιπτώσεις που αυτά προκαλούν συμπτώματα, οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν χειρουργική εκτομή, ένεση σκληρυντικών ουσιών εντός του λεμφαγγειώματος, και σε κάποιες περιπτώσεις, τη χρήση του φαρμάκου sildenafil.

Στους κακοήθεις παιδιατρικούς όγκους του οφθαλμικού κόγχου στα παιδιά συγκαταλέγονται πιο συχνά το ραβδομυοσάρκωμα και μεταστατικοί όγκοι οφειλόμενοι σε λευχαιμία ή νευροβλάστωμα. Στην περίπτωση που το ραβδομυοσάρκωμα είναι δυνατόν να εξαιρεθεί, αφαιρείται χειρουργικά, ακολουθούμενο από χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία του κόγχου. Η λευχαιμία συνήθως θεραπεύεται με ακτινοθεραπεία του κόγχου, χημειοθεραπεία ή και τα δύο.

Ενήλικες
Οι καλοήθεις όγκοι του οφθαλμικού κόγχου που συναντούνται στους ενήλικες περιλαμβάνουν το μηνιγγιώμα, βλεννοκήλες, και σηραγγώδεις δυσπλασίες στο φλεβικό σύστημα (γνωστές και ως σηραγγώδη αιμαγγειώματα). Το πλειόμορφο αδένωμα του δακρυϊκού αδένα είναι πιο σπάνιο. Τα μηνιγγιώματα της πτέρυγας του σφηνοειδούς οστού εφόσον είναι συμπτωματικά, θεραπεύονται με εξαίρεση μέσω κρανιοτομής, η οποία ενίοτε ακολουθείται από ακτινοθεραπεία. Λόγω του ότι τα μηνιγγιώματα διηθούν τα οστά της βάσεως του κρανίου, η πλήρης αφαίρεση τους δεν είναι δυνατή πάντοτε. Οι βλεννοκήλες θεραπεύονται με παροχέτευση τους εντός της ρινικής κοιλότητας, γιατί συνήθως η αρχική τους εντόπιση είναι στους ηθμοειδείς κόλπους ή στον μετωπιαίο κόλπο. Τα σηραγγώδη αιμαγγειώματα όπως και τα πλειόμορφα αδενώματα του δακρυϊκού αδένα θεραπεύονται με χειρουργική εκτομή.

Οι κακοήθεις όγκοι του οφθαλμικού κόγχου που συναντούνται στους ενήλικες περιλαμβάνουν τα λεμφώματα, το καρκίνωμα εκ πλακωδών κυττάρων, και τους μεταστατικούς όγκους. Λιγότερο συχνό είναι το αδενοκυστικό καρκίνωμα του δακρυϊκού αδένα, μία επιθετική μορφή καρκίνου.
Τα λεμφώματα που παρατηρούνται στον οφθαλμικό κόγχο είναι τυπικά Β-κυτταρικής αρχής και συνήθως χαμηλής κακοήθειας. Τα λεμφώματα μπορούν να εμφανιστούν αμφοτερόπλευρα και ταυτόχρονα και μπορούν να αποτελούν εκδηλώσεις συστηματικής νόσου ή να ανευρίσκονται μεμονωμένα στον οφθαλμικό κόγχο. Η ακτινοθεραπεία είναι πολύ αποτελεσματική στα λεμφώματα του οφθαλμικού κόγχου με λίγες παρενέργειες, αλλά επίσης και θεραπευτικά σχήματα με τη χρήση μονοκλωνικών αντισωμάτων εναντίον του επιφανειακού υποδοχέα (CD20) στα λεμφοκύτταρα είναι αποτελεσματική και θα πρέπει να μπαίνει στη θεραπευτική φαρέτρα επιπλέον ή αντί της ακτινοθεραπείας, κυρίως σε καταστάσεις που το λέμφωμα είναι συστηματικό.
Τα περισσότερα ακανθοκυτταρικά καρκινώματα εκπορεύονται εκ των παρακείμενων παραρρίνιων κόλπων. Τον κορμό της θεραπείας αποτελούν η χειρουργική αφαίρεση, η ακτινοθεραπεία ή και τα δύο σε συνδυασμό.
Οι μεταστατικοί όγκοι συνήθως αντιμετωπίζονται με ακτινοθεραπεία. Η μετάσταση που εμφανίζεται στο κόγχο συνήθως αποτελεί στοιχείο πτωχής πρόγνωσης. Μια εξαίρεση είναι οι καρκινοειδείς όγκοι.
Τα κυστικά αδενοκαρκινώματα του δακρυϊκού αδένα αντιμετωπίζονται αρχικά με χειρουργική αφαίρεση και μετά με ακτινοθεραπεία (ενδεχομένως και ακτινοβόληση με πρωτόνια), ή με ένα πρωτόκολλο που συνδυάζει χημειοθεραπεία από αρτηρία, ακτινοθεραπεία και χειρουργική αφαίρεση.